ΔΙΔΑΧΕΣ ΙΕΡΩΝ ΓΡΑΜΜΆΤΩΝ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ

 







 ΥΨΩΣΙΣ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ





Ὁ Τίμιος Σταυρός βρέθηκε στοὺς Ἁγίους Τόπους ἀπὸ την Ἁγία Ἑλένη. Ὑψώθηκε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Μακάριο γιὰ νὰ τὸν δεῖ ὅλος ὁ κόσμος, ἐπειδή ἦταν πολύ δύσκολο νὰ τὸν








 ἀσπαστοῦν. 14 Σεπτεμβρίου 335.

Ἡ Μεγάλη Ἐορτή τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν

14 Σεπτεμβρίου, τοῦ Τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, ἡ μεγάλη Ἐορτή τῆς Χριστιανοσύνης. Ἐπίσης ἐορτάζεται καὶ ἡ δεύτερη Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, σχετίζεται μὲ τοὺς Βυζαντινο-Περσικούς Πολέμους (602-628). Το 614 οἱ Πέρσες κυ- ρίευσαν τὴν Παλαιστίνη καὶ ἀφοῦ λεηλάτησαν καὶ κατέστρεψαν τὰ ἱερά προσκυνήματα τοῦ Χριστια- νισμοῦ, πῆραν μαζί τους ὡς λάφυρο τὸν Τίμιο Σταυρό. Οἱ πυρολάτρες Πέρσες θεώρησαν τὸν Σταυρό μαγικό, ἐξ’ αἰτίας κάποιων θαυμάτων ποὺ ἔγιναν καὶ τὸν προσκυνοῦσαν. Ὁ Αὐτοκράτορας Ἠράκλειος, μετά τήν ὁριστική νίκη του ἐναντίον τῶν Περσῶν το 628, ανέκτησε τὸ ἱερό σύμβολο τῆς Χριστιανοσύνης καὶ τὸ μετέφερε ἀρχικά στὴν Κωνσταντινούπολη (14 Σεπτεμβρίου 629), ὅπου ἀποτέλεσε μέρος τοῦ θριάμβου του καὶ στὴ συνέχεια στὰ Ἱεροσόλυμα.

Ἡ Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ εἶναι πολύ μεγάλη ἐορτή, ὁπως ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Παρασκευή. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό νηστεύουμε και τὸ λάδι, ἐκτός ἄν πέσει Σάββατο ἤ Κυριακή, ὁπότε τρῶμε μόνο λάδι. Φυσικά γιὰ κάθε μεμονωμένη περίπτωση τὸν λόγο ἔχουν οι Πνευματικοί μας.

«Ὀ Τίμιος Σταυρός ὡς σύμβολο καὶ σημεῖο τοῦ Χριστοῦ

Ὁ Τίμιος Σταυρός εἷναι τὸ ἁγιότερο Σημεῖο καὶ Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας. Ὅλα τὰ Ἅγια Μυστήρια τελειώνουν μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὴν σφραγίδα τοῦ Σταυροῦ.

Ὅλες οἱ ἱερατικές εὐλογίες εἶναι σταυρικές. Οἱ Ι. Ναοί, τὰ ἱερά σκεύη καὶ ἄμφια ἁγιάζονται μέ τὸν Τίμιο Σταυρό.

Δὲν νοεῖται λειτουργική πράξη ἤ σύναξη τῶν πιστῶν χωρίς τὴν σφραγίδα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ὁ Σταυρός εἷναι καὶ ὁ πιστότερος σύντροφος κάθε Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, ἀπό τὴν στιγμή ποὺ θὰ γεννηθοῦμε μέχρι τὸν θάνατό μας. Καὶ ὁ τάφος τοῦ Χριστιανοῦ μὲ τὸν Σταυρό εὐλογεῖται.

Σταυροκοπούμεθα συχνά, φέρομε τὸν Σταυρό στὸ στῆθος μας, στὰ σπίτια μας, στὰ αὐτοκίνητά μας, στοὺς τόπους ἐργασίας μας, καὶ ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία: "Σταυρός ὁ φύλαξ πάσης τῆς Οἰκουμένης, Σταυρός ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας, Σταυρός βασιλέων τὸ κραταίωμα, Σταυρός πιστῶν τὸ στήριγμα, Σταυρός ἀγγέλων ἡ δόξα καὶ τῶν δαιμόνων τὸ τραῦμα".

Ἀκόμη ὁ Σταυρός εἷναι ὄχι μόνο τὸ ἁγιότερο καὶ προσφιλέστερο, ἀλλά καὶ τὸ ἀναντικατάστατο χριστιανικό σύμβολο. Χωρίς αὐτό δὲν νοεῖται Ἐκκλησία τοῦ σταυρωθέντος Χριστοῦ. Γι’ αὐτό οἱ αἰρετικοί εἴτε δὲν ἐκδηλώνουν τήν ὀφειλόμενη στὸν Τίμιο Σταυρό εὐλάβεια, ὅπως οἱ Προτε- στάντες ἤ Ευαγγελικοί, εἴτε τὸ ἀρνοῦνται τελείως καὶ τὸ ὑβρίζουν, ὅπως οἱ Ἰεχωβίτες.

Ἡ δύναμις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ

Ἡ χάρις καὶ ἡ δύναμις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ὀφείλεται ὄχι στὸ σχῆμα του, ὅτι δηλαδή εἶναι σταυρός, ἀλλά στὸ ὅτι εἶναι ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὄργανο διά τοῦ ὁποίου ὁ Χριστός ἔσωσε τὸν κόσμο. Εἶναι τὸ θυσιαστήριο, στὸ ὁποῖο προσέφερε τὸν ἑαυτό Του θυσία γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, ὡς θύτης καὶ ὡς θύμα. Ὅλη ἠ κένωση, πτωχεία, ἐξουδένωση, ταλαιπωρία, ὀδύνη, θάνατος, ποὺ ἔλαβε γιὰ μᾶς, κορυφώνονται στὸν Σταυρό. Στὸν Σταυρό ἔζησε τὸν βαθύτερο πόνο, καὶ τὸν μεγαλύτερο ἐξευτελισμό γιὰ μᾶς. Ἔγινε Ὑπέρ ἡμῶν κατάρα γιὰ νὰ ἐλευθερώσει ἐμᾶς ἀπό τὴν κατάρα τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ νόμου. Ὅλο τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ, ὅλη ἡ φιλανθρωπία Του συνοψίζονται στὸν Σταυρό Του. Ὅταν κάποιος, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ρώτησε ειἰρωνικά ἕνα ἀπό τοὺς θεοφόρους πατέρες μας ἐάν πιστεύει στὸν Ἐσταυρωμένο, αὐτός ἀπάντησε: ναὶ, πιστεύω σ’ Αὐτόν πού σταύρωσε τὴν ἁμαρτία.

Στὸν Σταυρό ὁ Θεάνθρωπος Χριστός ἔλυσε τὴν τραγωδία τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας ποὺ προκάλεσε ἡ ἀνυπακοή τῶν πρωτοπλάστων, "γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ Σταυροῦ" (Φιλιπ. 6:8) καὶ ἐπαναπροσανατόλισε τὴν ἐλευθερία μας στὸν Δημιουργό της, τὸν Τριαδικό Θεό. Στὸν Σταυρό νίκησε τὸν θάνατό μας ─"θανάτῳ πατήσας" ─ μὲ τὸ νὰ κάνει δικό Του τὸ δικό μας θάνατο καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή Του μᾶς χάρισε ζωή καὶ ἀφθαρσία.

Διά τοῦ Σταυροῦ μᾶς συμφιλίωσε μὲ τὸν Θεό Πατέρα καὶ μᾶς χάρισε τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Στὸν Σταυρό ἀπέδειξε μὲ τὸν πιὸ πειστικό τρόπο ὅτι μᾶς ἀγαπᾶ μὲ ἄπειρη ἀγάπη, ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα ποὺ Τὸν σταυρώνουμε.

Διά τοῦ Σταυροῦ μᾶς συνήγαγε καὶ μᾶς ἔνωσε σὲ ἕνα σῶμα, τὰ πρώην διασκορπισμένα τέκνα τοῦ Θεοῦ, γκρέμισε τὰ ἀδιαπέραστα τείχη ποὺ μᾶς χώριζαν καὶ “ἔκτισε ἐν ἑαυτῶ τὸν καινόν ἄνθρωπον” (Εφεσ. 6′:15). Στὸν Σταυρό καθάρισε καὶ ἁγίασε οὐρανό, ἀέρα καὶ γῆ, διότι σταυρώθηκε κάτω ἀπό τὸν οὐρανό, ἀνυψώθηκε στὸν ἀέρα καὶ τὸ πανάγιο αἷμα Του ἔσταξε στὴν γῆ.

Στὸν Σταυρό προσέφερε θυσία καθολική γιὰ ὅλη τήν γῆ καὶ καθαρισμό κοινό γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση, γι’ αυτό καὶ ἔπαθε ἔξω τῆς πόλεως καὶ ἐκτός τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, ὅπως θεολογεῖ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.

Στὸν Σταυρό μὲ τὴν δική Του “πεπληρωμένην ταπεινώσεως ὕψωσιν” (γεμάτη ἀπό ταπείνωση ὔψωση), ὅπως λέγει ἀρχαία εὐχή, ὕψωσε καὶ τὴν δική μας φύση ποὺ “διά τῆς ψευδοῦς ὑψώσεως καὶ ματαίας οἰήσεως” εἶχε “μέχρις ἅδου καταβιβασθῆ” (μὲ τὴν ψεύτικη ὕψωση καὶ μάταιη οἴηση εἶχε καταβιβασθεῖ μέχρι τὸν Ἅδη). Στὸν Σταυρό φανέρωσε ὅτι αὐτός ὁ κόσμος δὲν εἶναι ἡ τελική πραγματικότητα, ἀλλά ἡ ὁδός πρὸς τὴν τελική πραγματικότητα, ἐάν μέσα σ’ αὐτόν ἀγωνισθοῦμε σταυρικά κατά τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας. Ἀποκατέστησε ἔτσι τὸ θετικό νόημα τοῦ κόσμου.

Στὸν Σταυρό ἀπεκάλυψε τὸν ἑαυτό Του ὡς τὸν μόνο εὐεργέτη καὶ σωτήρα, λυτρωτή καὶ ζωοδότη τοῦ σύμπαντος κόσμου, καὶ κατέλυσε ὁριστικά τὸ ἔργο τοῦ διαβόλου, τὶς μεθόδους καὶ πανουργίες του, τὶς πλᾶνες, τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία του στοὺς ἀνθρώπους. Γι’ αὐτό καὶ ὁ διάβολος “φρίττει καὶ τρέμει μὴ φέρων καθοράν αὐτοῦ τὴν δύναμιν”, ἐνῶ ἐμεῖς μὲ τὴν Ἐκκλησία ψάλλουμε: “ Ἐσταυρώθης δὶ ἐμέ, ἴνα ἐμοί πηγάσης τὴν ἄφεσιν ἐκεντήθης τὴν πλευράν, ἴνα κρουνούς ζωῆς ἀναβλύσης μοι τοῖς ἥλοις προσήλωσαι, ἴνα ἐγώ τῶ βάθει τῶν παθημάτων σου, τὸ ὕψος τοῦ κράτους σου πιστούμενος κράζω σοι· ζωοδότα Χριστέ, δόξα καὶ τῶ Σταυρῶ Σώτερ καὶ τῶ πάθει σου”.

Ὁ ἐπί τοῦ Σταυροῦ θάνατος τοῦ Κυρίου εἶναι ζωοποιός καὶ λυτρωτικός, προσφέρει ζωή καἰ λύτρωση:

Διότι είναι εκούσιος.

Ὁ Κύριος πορεύεται πρὸς τὸν θάνατο ὄχι ὡς κατάδικος, ἀλλά ὡς βασιλεύς θυσιαζόμενος ὑπέρ τῶν ὑπηκόων Του, καθώς λέγει: “βάπτισμα ἔχω βαπτισθῆναι, καὶ πῶς συνέχομαι ἕως οὐ τελεσθῆ” (Λουκ. ιβ’, 50). Γι’ αὐτό οἱ Βυζαντινοί γράφουν ἐπί τοῦ Σταυρού: “ὁ Βασιλεύς τῆς Δόξης”, καὶ εἰκονίζουν τὸν Κύριο ὄχι κυριευμένο ἀπό τὸν πόνο (μὲ κρεμασμένο τὸ σῶμα ἀπό τὰ χέρια σὲ τέλεια ἀδυναμία), ἀλλά Κύριο καὶ τοῦ πόνου (ὀριζόντια τὰ χέρια στὸν Σταυρό).

Διότι είναι πραγματικός θάνατος

Ὁ ἀπαθής κατά τὴν θεότητα Κύριος ἔπαθε γιὰ μᾶς κατά τὴν σάρκα. Ἡ θεία Του φύση παρεχώρησε, ὥστε ἡ ανθρώπινή Του φύση νὰ περάσει τὴν πρὸ τοῦ θανάτου ἀγωνία καὶ τὶς ὀδῦνες τοῦ Σταυροῦ. Ἔπρεπε νὰ ζήσει τὸν θάνατό μας πλήρως, ὄχι φαινομενικά. Πρὸς στιγμή μάλιστα στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆς ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐδειλίασε, ἀλλά ἡ ἀνθρώπινη φύση καὶ θέληση ὑπετάγη στὴν θεία φύση καὶ θέληση καὶ ἔπαθε καὶ ἀπέθανε ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας.

Διότι ὁ παθών είναι ἀναμάρτητος

Ἔπαθε καὶ ἀπέθανε, ὁ ἀναμάρτητος, ὑπέρ τῶν ἁμαρτωλῶν. Εἶναι βασική ἀλήθεια ὅτι ὁ Κύριος ὑπῆρξε ἀναμάρτητος, διότι ἡ ἀνθρώπινη Του φύση ἐξ ἄκρας συλλήψεως ἦταν ἑνωμένη μὲ τὴν θεία φύση λόγῳ τῆς ὑποστατικής ενώσεως στὸ πρόσωπο τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ ἦταν καὶ εἶναι “γιὰ τοὺς Ἰουδαίους μὲν σκάνδαλο, γιὰ τοὺς Ἕλληνες (εἰδωλολάτρες) μωρία, γιὰ μᾶς ὄμως τοὺς πιστούς, Θεοῦ δύναμις καὶ Θεοῦ σοφία (βλ. Α’ Κορ. α’, 23). Εἶναι τὸ μεγαλύτερο παράδοξο τῆς ἱστορίας: Διά τοῦ θανάτου ἡ Ζωή. Διά τῆς κατάρας ἡ εὐλογία. Διά τῆς ἀτιμίας ἡ δόξα. Διά τῆς ταπεινώσεως ἡ ὕψωση. Ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: “Τοῦτο οὖν ἡ τοῦ Θεοῦ σοφία καὶ δύναμις, τὸ δι’ ἀσθενείας νικῆσαι, τὸ διά ταπεινώσεως ὑψωθῆναι, τὸ διά πτωχείας πλουτῆσαι” (τοῦτο λοιπόν εἶναι ἠ σοφία καὶ δύναμη τοῦ Θεού, τὸ νὰ νικήσει δι’ ἀσθενείας, τὸ νὰ ὑψωθεῖ διά ταπεινώσεως, τὸ νὰ πλουτίσει διά πτωχείας).

Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Κύριος δὲν θέλησε νὰ παραμείνει στὴν δόξα τῆς Μεταμορφώσεως καὶ νὰ ἀποφύγει τὸν Σταυρό, ἀλλά κατερχόμενος ἀπό τὸ Θαβώρ προετοίμαζε τοὺς μαθητές Του γιὰ τὰ “μέλλοντα αὐτῶ συμβαίνων” (Μάρκ. ι, 32).

Ὅταν ὁ Πέτρος τὸν συμβούλευσε νὰ ἀποφύγει τὸν σταυρικό θάνατο, ὁ Κύριος τὸν ἐπετίμησε αὐστηρά. “Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· σκάνδαλόν μου εἰ· ὅτι οὑ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τὰ τῶν ανθρώπων” (Ματθ. ιστ, 23).

Πορεύομενος πάλι πρὸς τὸ ἐκούσιο πάθος ἔλεγε: “Νῦν εδοξάσθη ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου” (Ἰωάν. ιγ,31). Καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Σταυρός χαρακτηρίζεται ὡς δόξα του Χριστοῦ. (Ἰωάν. ιβ’, 23). Ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος: “ὁ Σταυρός πρότερον αἰσχύνης ἧν καὶ κολάσεως ὑπόθεσις, νῦν δὲ γέγονε δόξης καὶ τιμῆς ἀφορμή. Καὶ ὅτι δόξα ὁ Σταυρός, ἄκουσον τοῦ Χριστοῦ λέγοντος· Πάτερ, δόξασόν με τῆ δόξῃ ἧ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρά σοῖ, δόξαν τῶν Σταυρόν καλῶν” (Ὁ Σταυρός ἦταν προηγουμένως ὑπόθεση ντροπῆς καὶ τιμωρίας, τώρα ὅμως ἔγινε ἀφορμή δόξης καὶ τιμῆς. Καὶ ὅτι ὁ Σταυρός εἶναι δόξα, ἄκουσε τὸν Χριστόν ποὺ λέγει· “Πάτερ, δόξασέ με μέ τὴν δόξα ποὺ εἶχα κοντά σου πρὶν νὰ δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος”, εννοώντας δόξα τὸν Σταυρό)».

(+Ἀρχ. Γεωργίου, Καθηγουμένου Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ο

Σταυρός τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ σημασία του στὴν ζωή μας, ἐκδ. Ἱ.Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὅρος 1997. σσ. 11-18).

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ

«Ὁ Παῦλος καυχᾶται γιά τόν Σταυρό καί λέει, ὅτι δέν γνωρίζει τίποτε ἐκτός ἀπό τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, καί Αὐτόν ἐσταυρωμένον. Τί λέει λοιπόν; Σταυρός εἶναι τό νά σταυρώσωμε τήν σάρκα μαζί μέ τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες (Γαλ. 5, 24). Νομίζετε ὅτι εἶπε τοῦτο μόνο γιά τήν τρυφή καί τά ὑπογάστρια; Πῶς τότε γράφει στούς Κορινθίους ὅτι, "ἐπειδή ὑπάρχουν ἔριδες ἀνάμεσά σας, εἶσθε ἀκόμη σαρκικοί καί περιπατεῖτε κατά τό ἀνθρώπινο φρόνημα"; (Α’ Κορ. 3, 3); Ὥστε καί αὐτός πού ἀγαπᾶ δόξα ἤ χρήματα, ἤ ἁπλῶς θέλει νά ἐπιβάλη τό θέλημά του καί προσπαθεῖ ἔτσι νά νικήση, εἶναι σαρκικός καί περιπατεῖ κατά τήν σάρκα. Γι᾽ αὐτά ἀκριβῶς δημιουργοῦνται καί οἱ ἔριδες, ὅπως λέγει καί ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος· «ἀπό ποῦ προέρχονται οἱ μεταξύ σας πόλεμοι καί μάχες; Δέν προέρχονται ἀπό ἐδῶ, δηλαδή ἀπό τίς ἡδονές σας πού παλεύουν μέσα στά μέλη σας; Ἀγωνίζεσθε ἀλλά δέ μπορεῖτε νά τά καταφέρετε, μάχεσθε καί πολεμεῖτε» (Ἰακ. 4, 1).

Τοῦτο λοιπόν εἶναι τό νά σταυρώση τήν σάρκα μαζί μέ τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες, τό νά μήν ἐνεργεῖ ὁ ἄνθρωπος τίποτα ἀπό ὅσα δέν εἶναι εὐάρεστα στό Θεό. Καί ἄν τό σῶμα τόν ταλαιπωρῆ καί στενοχωρῆ, πρέπει ὁ καθένας νά τό ἀνεβάζει ὁπωσδήποτε καί μέ τήν βία ἀκόμη στό Σταυρό. Τί θέλω νά πῶ; Ὁ Κύριος, ὅταν ἦλθε ἐπί τῆς γῆς, ἔζησε βίον ἀκτήμονα, καί δέν ἔζησε μόνο, ἀλλά καί ἐκήρυξε λέγοντας, "ὅποιος δέν ἀποτάσσεται ἀπό ὅλα τά ὑπάρχοντά του, δέν μπορεῖ νά εἶναι μαθητής μου". (Λουκᾶ 14, 33).

Ἀλλά κανείς, παρακαλῶ, ἀδελφοί, ἄς μή δυσανασχετῆ, ὅταν ἀκούη πού διακηρύσσομε ἀνόθευτο τό ἀγαθό καί εὐάρεστο καί τέλειο θέλημα τοῦ Θεοῦ, μήτε νά δυσαρεστηθῆ νομίζοντας δυσκολοκατόρθωτα τά παραγγέλματα. Ἄς καταλάβη πρῶτα-πρῶτα ἐκεῖνο πού λέει, ὅτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καί βιασταί τήν ἁρπάζουν. Ἄς ἀκούη τόν κορυφαῖο τῶν Ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ Πέτρο, ὅτι "ὁ Χριστός ἔπαθε γιά χάρι μας, ἀφήνοντας σ᾽ ἐμᾶς ὑπογραμμό, γιά ν᾽ ἀκολουθήσωμε τά ἴχνη του". (Α’ Πέτρ. 2, 21). Ἔπειτα ἀφοῦ κατανοήση ἀληθινά πόσα ὀφείλει στόν Δεσπότη, νά λέει μέ τό νοῦ του καί τοῦτο: Ὅταν δέν μπορῆ κανείς ν᾽ ἀνταποδώση ὅτι χρωστάει, μπορεῖ νά προσφέρη τό ἕνα μέρος μέ μετριοφροσύνη κατά τή δύναμί του καί τήν προαίρεση, ὡς πρός δέ τό μέρος πάλι πού ἐλλείπει νά ταπεινώνεται ἐνώπιόν Του. Ἔτσι ἑλκύοντας τήν θεία συμπάθεια διά τῆς ταπεινώσεώς του θά ἀναπληρώνη τήν ἔλλειψη. Ἐάν λοιπόν κανείς βλέπη τόν λογισμό του νά ὀρέγεται πλοῦτο και πολυκτημοσύνη, ἄς γνωρίζη ὅτι ὁ λογισμός αὐτός εἶναι σαρκικός, καί γι᾽ αὐτό κινεῖται ἔτσι. Ἀντίθετα ὅποιος εἶναι προσηλωμένος στόν Σταυρό δεν μπορεῖ νά κινῆται πρός κάτι τέτοιο. Γι᾽ αὐτό εἶναι ἀνάγκη να ἀνεβάσωμε τόν λογισμό στό ὕψος τοῦ Σταυροῦ, γιά νά μή ρίψη ὁ ἴδιος ὁ λογισμός τόν ἑαυτό του κάτω καί χωρισθῆ ἀπό τόν σταυρωθέντα σ᾽ αὐτόν Χριστό.

Πῶς λοιπόν θ᾽ ἀρχίση νά τόν ἀνεβάζη στό ὕψος τοῦ Σταυροῦ; Ἐλπίζοντας στόν Χριστό, τόν χορηγό καί τροφέα τοῦ σύμπαντος, ἄς πετάξει μακριά ὅ,τι προέρχεται ἀπό ἀδικία. Τό δέ εἰσόδημα πού ἔχει ἀπό δίκαιο πορισμό, χωρίς νά προσκολλᾶται πολύ οὔτε σ᾽ αὐτό, ἄς τό χρησιμοποιῆ καλά, καθιστῶντας ὅσο εἶναι δυνατό κοινωνούς σ᾽ αὐτό τούς πτωχούς. Ἡ ἐντολή διατάσσει ν᾽ ἀρνῆται κανείς τό σῶμα καί νά σηκώνη τόν σταυρό του. Τό ἔχουν βέβαια τό σῶμα οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ καί ζῶντες κατά τόν Θεό, ἀλλά ἄν δέν εἶναι πολύ προσδεδεμένοι σ᾽ αὐτό, τό χρησιμοποιοῦν ὡς συνεργό στά ἀναγκαῖα. Ἄν δέ τό καλέση ὁ καιρός, εἶναι ἕτοιμοι νά τό παραδώσουν καί αὐτό.

Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τά σωματικά κτήματα καί μέσα. Ὅταν κινεῖται ἔτσι κανείς, ἄν δέν μπορεῖ νά κάμη τίποτε μεγαλύτερο, κάνει καλά καί θεαρέστα. Βλέπει κανείς πάλι μέσα του νά κινῆται βιαιότερα ὁ λογισμός τῆς πορνείας; Αὐτός ἄς γνωρίζη ὅτι δέν ἔχει ἀκόμη σταυρώσει τόν ἑαυτόν του. Πῶς λοιπόν θά τόν σταυρώση; Ἄς ἀποφεύγη τίς περίεργες θέες τῶν γυναικῶν, καθώς καί τίς ἀταίριαστες πρός αὐτές συνήθειες καί τίς ἄκαιρες συνομιλίες. Ἄς μειώνη τίς τροφές πού ἐνισχύουν τό πάθος, ἄς ἀπέχη ἀπό τήν πολυποσία, ἄς ἀναμιγνύη τήν ταπεινοφροσύνη με αὐτήν την ἀποχή τῶν παθῶν, ἐπικαλούμενος μέ συντριβή καρδίας τόν Θεό κατά τοῦ πάθους. Τότε θά εἰπῆ καί αὐτός, "εἶδα τόν ἀσεβῆ νά ὑπερυψώνεται καί ν᾽ ἀνεβαίνη σάν οἱ κέδροι τοῦ Λιβάνου, καί προσπέρασα διά τῆς ἐγκρατείας, καί δέν ἦταν ἐκεῖ, καί τόν ἀνεζήτησα διά τῆς προσευχῆς μέ ταπείνωση, καί δέν εὑρέθηκε σέ μένα ὁ τόπος του". (Ψαλμ. 36, 35 ἑ. ἑρμηνευτική ἀπόδοσις).

Πάλι, ἐνοχλεῖ ὁ λογισμός τῆς φιλοδοξίας; Ἐσύ ὅταν βρίσκεσαι μαζί μέ ἄλλους νά ἐνθυμῆσαι τήν συμβουλή πού ἔδωσε πάνω στό θέμα αὐτό ὁ Κύριος στά Εὐαγγέλια: Στίς συνομιλίες νά μή ζητῆς νά ὑπερέχης τῶν ἄλλων. Τίς ἀρετές, ἄν ἔχης, νά τίς ἀσκῆς μόνο στά κρυφά, ἀποβλέποντας μόνο πρός τόν Θεό καί ἀπό Αὐτόν μόνο βλεπόμενος. Καί ὁ Πατέρας σου πού βλέπει τά κρυφά θά σοῦ τό ἀνταποδώση στά φανερά (Ματθ. 6, 6). Ἐάν δέ καί μετά τήν ἀποκοπή κάθε πάθους πάλι σ᾽ ἐνοχλῆ ὁ ἐσωτερικός λογισμός, νά μή φοβηθῆς. Διότι σοῦ γίνεται πρόξενος στεφάνων. Ἐπειδή με τό νά πειράζει δέν σημαίνει οὔτε ὅτι ἐνεργεῖ, οὔτε ὅτι πείθει. Ἀλλ᾽ εἶναι μιά ἀδύναμη σάν ναρκωμένη κίνηση πού ἔχει νι- κηθεῖ ἀπό σένα μέ τόν “κατά Θεόν” ἀγῶνα σου.

Τέτοιος εἶναι ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ. Ὡς τέτοιος δέ, ὄχι μόνο στούς προφῆτες πρίν συντελεσθῆ τό μυστήριο τῆς Σταύ- ρωσης, ἀλλά καί τώρα μετά τήν τέλεσή του, εἶναι μυστήριο μέγα καί πραγματικά θεῖο. Πῶς; Διότι αὐτός πού ἐξευτελίζει τόν ἑαυτόν του καί τον ταπεινώνει σέ ὅλα, καί αὐτός πού ἀποφεύγει τίς σωματικές ἡδονές μέ πόνο καί ὀδύνη, καὶ αὐτὸς πού δίδει τά ὑπάρχοντα καί πτωχαίνει τόν ἑαυτόν του, φαινομενικῶς μέν παρουσιάζεται νά προξενῆ ἀτίμωσι στόν ἑαυτό του. Ἀλλά διά τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ αὐτή ἡ πτωχεία καί ἡ ὀδύνη καί ἡ ἀτιμία γεννᾶ δόξα αἰώνια καί ἡδονή ἀνέκφραστη καί πλοῦτο ἀνεξάντλητο, τόσο στόν παρόντα ὅσο καί στόν μέλλοντα ἐκεῖνον κόσμο. Ἐκείνους δέ πού δέν πιστεύουν σ᾽ Αὐτόν καί δέν ἐπιδεικνύουν δι᾽ ἔργων τήν πίστι ὁ Παῦλος τούς τοποθετεῖ δίπλα στούς χαμένους καί μάλιστα σ᾽ αὐτούς τούς εἰδωλολάτρες. Διότι λέγει: «Κηρύσσομε Χριστόν ἐσταυρωμένο, πού εἶναι στούς Ἰουδαίους, λόγῳ τῆς ἀπιστίας των στό σωτηριῶδες πάθος, σκάνδαλο. Στούς Ἕλληνες δέ εἶναι μωρία, διότι, λόγῳ τῆς ἀπιστίας τους πρός τίς θεῖες ἐπαγγελίες, δέν προτιμοῦν τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τά πρόσκαιρα. Σ᾽ ἐμᾶς δέ τούς καλεσμένους ἀπό τό Θεό, εἶναι θεία δύναμις καί Θεοῦ σοφία» (Α’ Κορ. 1, 23).

Τοῦτο λοιπόν εἶναι ἡ σοφία καί δύναμις τοῦ Θεοῦ. Τό νά νικήση κανείς δι᾽ ἀσθενείας. Τό νά ὑψωθῆ διά ταπεινώσεως. Τό νά πλουτήση διά πτωχείας. Ὄχι μόνο δέ ὁ λόγος καί τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, ἀλλά καί ὁ τύπος εἶναι θεῖος καί προσκυνητός, διότι εἶναι σφραγίς ἱερά, σωστική καί σεβαστή, ἁγιαστική καί τελεστική τῶν ὑπερφυῶν καί ἀπορρήτων ἀγαθῶν πού ἐνεργήθηκαν στό γένος τῶν ἀνθρώπων ἀπό τόν Θεό. Αὐτή ἀναιρεῖ τήν κατάρα και τήν καταδίκη, καθαίρει ἀπό τήν φθορά καί τό θάνατο, παρέχει τήν ἀΐδιο ζωή καί εὐλογία. Εἶναι σωτηριῶδες ξύλο, βασιλικό σκῆπτρο, θεῖο τρόπαιο κατά ὁρατῶν καί ἀοράτων ἐχθρῶν, ἔστω καί ἄν οἱ ὀπαδοί τῶν αἱρετικῶν φρενοβλαβῶς δυσαρεστοῦνται. Αὐτοί οἱ τελευταῖοι δέν εἶχαν τήν καλή τύχη πού δίνει ἡ ἀποστολική εὐχή, ὥστε νά κατορθώσουν νά καταλάβουν μαζί μέ ὅλους τούς ἁγίους, τί εἶναι τό πλάτος καί τό μῆκος, τό ὕψος καί τό βάθος. Ὅτι δηλαδή ὁ Σταυρός τοῦ Κυρίου παριστάνει ὅλη τήν οἰκονομία τῆς σαρκικῆς παρουσίας καί περικλείει ὅλο τό κατ᾽ αὐτήν μυστήριο. Ὅτι ἐκτείνεται πρός ὅλα τά πέρατα καί περιλαμβάνει ὅλα, τά ἄνω, τά κάτω, τά γύρω, τά ἐνδιάμεσα. Προβάλλοντας δέ κάποια πρόφασι, γιά τήν ὁποία ἔπρεπε καί αὐτοί, ἄν εἶχαν νοῦ, νά τόν προσκυνοῦν μαζί μας, ἀποτροπιάζονται τό σύμβολο τοῦ βασιλέως τῆς δόξης, τό ὁποῖο καί ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ὀνομάζει φανερῶς ὕψος καί δόξα Του, ὅταν ἐπρόκειτο ν᾽ ἀνεβῆ σ᾽ αὐτό. Κατά τήν Μέλλουσα δέ Παρουσία καί ἐπιφάνειά Του προαναγγέλλει ὅτι θά ἔλθη τό σημεῖο τοῦτο τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου μέ πολλή δύναμι καί δόξα.

Ἀλλά λένε, ὅτι σ᾽ αὐτό πέθανε σταυρωμένος ὁ Χριστός. Γι᾽ αὐτό δέν ἀνεχόμαστε νά βλέπωμε τό σχῆμα καί τό ξύλο στό ὁποῖο ἔχει θανατωθῆ. Πῶς διαγράφηκε καί πῶς ἀφανίστηκε τό χρεώγραφο πού μᾶς βάραινε μέ τό ἅπλωμα τοῦ χεριοῦ τοῦ προπάτορος στό ἀπαγορευμένο ξύλο τοῦ Παραδείσου; Πῶς δεχτήκαμε καί πάλι τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ; Μέ τί δέ ὁ Χριστός ἀπέβαλε και ἀπεμάκρυνε τελείως τίς ἀρχές καί τίς ἐξουσίες τῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας, οἱ ὁποῖες ἐπεβλήθηκαν στήν φύσι μας ἀπό τό ξύλο τῆς παρακοῆς. Με τί τίς κατήσχυνε θριαμβευτικῶς καί ἔτσι ἐμεῖς ἀνακτήσαμε τήν ἐλευθερία; Μέ τί ἐλύθηκε τό μεσότοιχο καί καταργήθηκε καί θανατώθηκε ἡ πρός τόν Θεό ἔχθρα μας καί διά μέσου τίνος συνδιαλλαγήκαμε μέ τόν Θεό καί διδαχθήκαμε τήν πρός Αὐτόν εἰρήνη; Ὄχι στόν Σταυρό καί διά τοῦ Σταυροῦ; Ἄς ἀκούσουν τόν ἀπόστολο, πού στούς μέν Ἐφεσίους γράφει: «Ὁ Χριστός εἶναι ἠ εἰρήνη σας, αὐτός πού ἔλυσε τό μεσότοιχο τοῦ φραγμοῦ, γιά νά οἰκοδομήσει μέσα του τούς δύο σ᾽ ἕνα νέον ἄνθρωπο, ἐπιβάλλοντας εἰρήνη, καί γιά νά συνδιαλλάξη καί τούς δύο σ᾽ ἕνα σῶμα μέ τόν Θεό διά τοῦ Σταυροῦ, φονεύοντας τήν ἔχθρα πού εἶναι σ᾽ αὐτόν» (Ἐφ. 2, 14-16). Πρός τούς Κολοσσαεῖς δέ γράφει, «ἐνῶ ἤσαστε νεκροί ἀπό τά παραπτώματα καί τήν ἀκροβυστία τῆς σάρκας σᾶς ἐζωοποίησε μαζί του, χαρίζοντάς σας ὅλα τά παραπτώματα, ἐξαλείφοντας τό χειρόγραφο πού περιεῖχε τίς ἐναντίον μας ἀποφάσεις, σηκώνοντάς το ἀπό τή μέση καί καρφώνοντάς το στόν Σταυρό• ξεγυμνώνοντας δέ τίς ἀρχές καί τίς ἐξουσίες, τίς διεπόμπευσε δημοσία θριαμβεύοντάς τες ἐπάνω στό Σταυρό». (Κολ. 2, 13).

Δέν θά τιμήσωμε λοιπόν ἐμεῖς καί δέν θά χρησιμοποιήσωμε τό θεῖο τοῦτο τρόπαιο τῆς κοινῆς ἐλευθερίας τοῦ γένους, τό ὁποῖο καί μόνο μέ τή θέα του, τόν μέν ἀρχέκακο ὄφι φυγα- δεύει καί διαπομπεύει καί καταισχύνει, διακηρύσσοντας τήν ἧττα καί τήν συντριβή του, δοξάζει δέ καί μεγαλύνει τόν Χριστό, ἐπιδεικνύοντας στόν κόσμο τή νίκη του; Καί ὅμως, ἄν ὁ Σταυρός εἶναι παραβλεπτέος, διότι σ᾽ αὐτόν ὑπέμεινε τόν θάνατο ὁ Χριστός, οὔτε ὁ θάνατός Του δέν πρέπει νά εἶναι σεβαστός καί σωτήριος. Πῶς λοιπόν κατά τόν Ἀπόστολο βαπτισθήκαμε στόν θάνατό Του (Ρωμ. 6, 3); Πῶς δέ θά συμμετάσχωμε καί στήν Ἀνάστασή Του, ἄν βέβαια ἔχουμε γίνει σύμφυτοι μέ τόν θάνατό Του (Ρωμ. 6, 5); Βέβαια, ἄν κανείς προσκυνοῦσε σχῆμα Σταυροῦ πού δέν ἔφερε ἐπιγεγραμμένο τό δεσποτικό ὄνομα, δικαίως θά κατηγορεῖτο ὅτι πράττει κάτι ἀνάρμοστο. Ἐπειδή δέ «στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ θά καμφθοῦν ὅλα τά γόνατα, τῶν ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων» (Ψαλμ. 131, 7), τοῦτο δέ τό προσκυνητό Ὄνομα ἐπιφέρει ὁ Σταυρός, πόσο ἀνόητο θά ἦταν νά μή γονατίζωμε στόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ;

Ἀλλ᾽ ἐμεῖς, κλίνοντας μαζί μέ τά γόνατα καί τίς καρδιές, ἐμπρός, ἄς προσκυνήσωμε μαζί μέ τόν ψαλμωδό καί προφήτη Δαβίδ (Ψαλμ. 131, 7) στόν τόπο ὅπου στάθηκαν τά πόδια Του καί ὅπου ἐξαπλώθηκαν τά χέρια πού συνέχουν τό σύμπαν. Ἐκεῖ ὅπου τεντώθηκε γιά μᾶς τό ζωαρχικό σῶμα. Καί, προσκυνώντας καί ἀσπαζόμενοι αὐτόν μέ πίστι, ἄς παίρνωμε πλούσιον τόν ἀπό ἐκεῖ ἁγιασμό καί ἄς τόν φυλάττωμε. Ἔτσι καί κατά τήν ὑπερένδοξη Μέλλουσα Παρουσία τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, βλέποντάς Τον νά προηγεῖται 

λαμπρῶς, θά ἀγαλλιάζωμε καί θά χοροπηδοῦμε διαπαντός, διότι ἐπετύχα-ἐπετύχαμε τήν ἀπό τά δεξιά θέσι καί τήν ὑπεσχημένη μακα- ρία φωνή καί εὐλογία, σέ δόξα τοῦ σαρκικῶς σταυρωθέντος γιά μᾶς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Διότι σ᾽ Αὐτόν πρέπει δοξολογία μαζί μέ τόν ἄναρχο Πατέρα Του καί τό πανάγιο καί ἀγαθό καί ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Γένοιτο».

Πηγή κειμένου : ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΡΕΑ.

Αὐτά ποὺ ὀφείλουμε νὰ γνωρίζουμε ὅταν κάνουμε τὸ σημεῖο του Σταυροῦ



Φέρνουμε πρῶτα τὸ δεξί μας χέρι (δεῖγμα τῆς ἀφοσίωσής μας στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ), στὸ μέτωπο, ὁμολογῶντας (μεταξύ ἄλλων) ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, κατέβηκε ἀπό τὸν οὐρανό από τὸν Πατέρα Του, στὴν κοιλιά τῆς Παναγίας Μητρός Του, (ἐδῶ κατεβάζουμε τὸ χέρι στὴν κοιλιά μας), σχηματίζοντας τὸ κάθετο μέρος τού σταυρού.

Κατόπιν τὸ ἀνυψώνουμε πρῶτα στὸν δεξί μας ὦμο, συμβολίζοντας μὲ αὐτό, ὅτι ὁ Κύριός μας ἀφοῦ σταυρώθηκε καὶ ἀναστήθηκε, ἀναλήφθηκε ἐν δόξῃ στὰ ΔΕΞΙΑ τοῦ Πατρός Του, καὶ πάλι ἔρχεται μὲ δόξα στὴ δεύτερη Παρουσία Του, νὰ κρίνει ζῶντες καὶ κεκοιμημένους καὶ νὰ ἀποδώσει στὸν καθένα αύτό γιὰ τὸ οποῖο έργάσθηκε στὴ ζωή του. Γι' αὐτόν τὸν τελευταῖο συμβολισμό, φέρνουμε τὸ χέρι στον ΑΡΙΣΤΕΡΟ μας ὦμο, σχηματίζοντας ἔτσι καὶ τὸ ὁριζόντιο τμῆμα τοῦ Σταυροῦ.

Ἔτσι λοιπόν, κάθε φορά ποὺ κάνουμε τὸν Σταυρό μας, μαζί μὲ τὴ διάνοια καὶ τὸ πνεῦμα μας, ὁμοίως καὶ τὸ σῶμα μας κηρύττει τὸ Χριστιανικό Εὐαγγέλιο καὶ ὁμολογεί πίστη στὸν Πανάγιο καὶ Πανοικτήρμων Τριαδικό Θεό καὶ στὸν σταυρωθέντα και δοξασθέντα Σωτήρα μας Ιησού Χριστό.


Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγη- σον τὴν κληρονομίαν σου· νίκας τοῖς Βα- σιλεῦσι, κατά βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ σταυροῦ σου πολίτευμα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου