Ο Προφήτης της Γης και του Άδη

 Ο Προφήτης της Γης και του Άδη: Πώς ο Ιωάννης ο Πρόδρομος προανήγγειλε τον Χριστό στον κόσμο των νεκρών

Η χριστιανική παράδοση επιφυλάσσει έναν μοναδικό και συγκλονιστικό ρόλο για τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. Δεν υπήρξε μόνο ο «Πρόδρομος» του Ιησού Χριστού πάνω στη Γη, προετοιμάζοντας τις καρδιές των ανθρώπων για τον ερχομό του Μεσσία, αλλά συνέχισε την αποστολή του αυτή και στον Άδη, τον κόσμο των νεκρών.
Όταν ο Ηρώδης διέταξε τον αποκεφαλισμό του, ο Ιωάννης κατήλθε στον Άδη λίγο καιρό πριν από τη Σταύρωση του Κυρίου. Εκεί, ανάμεσα στις δισεκατομμύρια ψυχές που περίμεναν εγκλωβισμένες τη λύτρωση από καταβολής κόσμου, ο Ιωάννης έγινε ξανά η «φωνή βοώντος εν τη ερήμω» — αυτή τη φορά, στην έρημο του θανάτου.
Το κήρυγμα της ελπίδας στα σκοτάδια του Άδη
Πριν από την Ανάσταση του Χριστού, σύμφωνα με τη θεολογία της Εκκλησίας, ο Παράδεισος ήταν κλειστός. Όλοι οι άνθρωποι, ακόμα και οι Δίκαιοι και οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης (όπως ο Αβραάμ, ο Μωυσής και ο Δαυίδ), κατέληγαν στον Άδη.
Η έλευση του Ιωάννη του Προδρόμου σε αυτό το σκοτεινό βασίλειο άλλαξε τα πάντα. Όπως ακριβώς στον Ιορδάνη ποταμό έδειξε τον Χριστό λέγοντας «Ίδε ο αμνός του Θεού», έτσι και στον Άδη άρχισε να κηρύττει με θάρρος στις φυλακισμένες ψυχές. Τους μετέφερε το χαρμόσυνο μήνυμα: Ο Σωτήρας του κόσμου είναι ήδη στη Γη, διδάσκει, θαυματουργεί και σε λίγο κατεβαίνει και εδώ για να σπάσει τα δεσμά σας.
Αυτό το συγκλονιστικό γεγονός αποτυπώνεται ανάγλυφα στον υμνολογικό πλούτο της Εκκλησίας, όπως στο Απολυτίκιο της Αποτομής της Κεφαλής του, όπου ψάλλεται:
«...ευηγγελίσω γαρ και τοις εν Άδη, Θεόν φανερωθέντα εν σαρκί...» (διότι κήρυξες το χαρμόσυνο μήνυμα ακόμα και σε όσους ήταν στον Άδη, ότι ο Θεός φανερώθηκε με σάρκα).
Η συνάντηση των Προφητών και η προσμονή
Σύμφωνα με τα αρχαία πατερικά κείμενα και τη χριστιανική παράδοση, το κήρυγμα του Ιωάννη προκάλεσε ρίγος ελπίδας στον Άδη. Ο Αδάμ, η Εύα και οι υπόλοιποι προφήτες σκίρτησαν από χαρά ακούγοντας τον Ιωάννη να επιβεβαιώνει ότι οι δικές τους παλαιές προφητείες γίνονταν πλέον πραγματικότητα. Ο Ιωάννης έγινε ο φάρος που κράτησε ζωντανή την προσμονή τους μέχρι τη στιγμή του Μεγάλου Σαββάτου.
Η Μεγάλη Έξοδος
Όταν ο Χριστός άφησε την τελευταία Του πνοή πάνω στον Σταυρό, η ψυχή Του, ενωμένη με τη Θεότητα, κατήλθε θριαμβευτικά στον Άδη. Οι πύλες του θανάτου συνετρίβησαν, το σκοτάδι διαλύθηκε από το άκτιστο φως και ο Χριστός άπλωσε τα χέρια Του για να ανασύρει τον Αδάμ, την Εύα και όλους όσους πίστεψαν στο κήρυγμα των Προφητών και του Ιωάννη.
Η αποστολή του Ιωάννη του Προδρόμου ολοκληρώθηκε με απόλυτο θρίαμβο. Υπήρξε ο μοναδικός άνθρωπος στην ιστορία που αξιώθηκε να προετοιμάσει την οδό του Κυρίου σε δύο διαφορετικούς κόσμους: στον κόσμο των ζωντανών και στον κόσμο των κεκοιμημένων, αποδεικνύοντας ότι η αγάπη και η σωτηρία του Θεού δεν γνωρίζουν επίγεια ή μεταφυσικά σύνορα.

ΝΕΑ ΤΑΞΗ -Ανάσταση στις 9:00 και «Μολυσμένες» Μπεκάτσες: Αναδρομή στο Παράλογο της Καραντίνας

 Ανάσταση στις 9:00 και «Μολυσμένες» Μπεκάτσες: Αναδρομή στο Παράλογο της Καραντίνας

Η περίοδος της πανδημίας του COVID-19 θα μείνει στην ιστορία όχι μόνο για την υγειονομική κρίση, αλλά και για μερικές από τις πιο σουρεαλιστικές και αντιφατικές αποφάσεις που εφαρμόστηκαν. Στο όνομα της δημόσιας υγείας, οι πολίτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με περιορισμούς που συχνά ξεπερνούσαν τα όρια της λογικής, προκαλώντας από εύλογη απορία μέχρι οργή.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντιφατικότητας ήταν η μεταφορά της Ώρας της Ανάστασης το 2021 στις 9:00 το βράδυ αντί για τα μεσάνυχτα. Το σκεπτικό των αρχών ήταν να προλάβει ο κόσμος να επιστρέψει στα σπίτια του πριν από την απαγόρευση κυκλοφορίας. Ωστόσο, η απόφαση αυτή αντιμετωπίστηκε με έντονο σαρκασμό από την κοινωνία. Δημιουργήθηκε η εύλογη απορία: ο ιός είχε συγκεκριμένο ωράριο; Ήταν ασφαλές να συνωστίζονται οι πιστοί στους προαύλιους χώρους των ναών στις 9:00, αλλά αν η τελετή γινόταν στις 12:00, ο κίνδυνος μετάδοσης θα αυξανόταν κατακόρυφα;




Την ίδια στιγμή, οι περιορισμοί στις ατομικές δραστηριότητες στη φύση άγγιξαν τα όρια του παραλόγου. Η καθολική απαγόρευση του κυνηγιού και του ψαρέματος αποτέλεσε ένα από τα πιο τρανταχτά παραδείγματα. Άνθρωποι που ήθελαν να βρεθούν μόνοι τους στο βουνό ή σε μια ερημική ακτή, χιλιόμετρα μακριά από τον πλησιέστερο συνάνθρωπό τους, θεωρούνταν παραβάτες. Το χιούμορ της εποχής αποτύπωσε τέλεια αυτή την υπερβολή: «Μην πας για κυνήγι, θα σε κολλήσει η μπεκάτσα» ή «Μην ρίξεις αγκίστρι, θα σε κολλήσει η τσιπούρα». Στην πραγματικότητα, η απομόνωση στη φύση ήταν ο πιο ασφαλής τρόπος προστασίας, όμως το κράτος επέλεξε την οριζόντια τιμωρία, απαγορεύοντας δραστηριότητες που εξ ορισμού δεν ευνοούσαν τον συνωστισμό.



Το Θέατρο των Εμβολιασμών και οι «Κάμερες»
Μέσα σε όλο αυτό το κλίμα των απαγορεύσεων, προστέθηκε και η επικοινωνιακή διαχείριση του εμβολίου από το πολιτικό σύστημα, η οποία συχνά έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα. Στην αρχή της εκστρατείας, οι πολιτικοί έστησαν μια τεράστια τηλεοπτική παράσταση γύρω από την πρώτη δόση του εμβολίου.
Οι κάμερες άναψαν, τα φλας άστραψαν και οι ηγέτες εμβολιάστηκαν σε ζωντανή μετάδοση για να «δώσουν το καλό παράδειγμα». Ωστόσο, το επικοινωνιακό αυτό σόου σταμάτησε απότομα εκεί. Για τη δεύτερη και την τρίτη δόση (αναμνηστικές), η έντονη προβολή εξαφανίστηκε. Οι πολιτικοί δεν ένιωσαν την ανάγκη να δείξουν την ίδια συνέπεια μπροστά στις κάμερες για τις επόμενες δόσεις, γεγονός που πυροδότησε έντονη δυσπιστία και ερωτηματικά στην κοινωνία, ενισχύοντας την αίσθηση ότι όλα γίνονταν για τις εντυπώσεις.



Η Λίστα του Παραλόγου Μεγαλώνει
Αν κάτσουμε να συγκεντρώσουμε όλες τις μικρές και μεγάλες αντιφάσεις εκείνης της περιόδου, συνθέτουμε ένα μωσαϊκό απόλυτης τρέλας:
  • Το SMS για σωματική άσκηση: Έπρεπε να στείλεις κωδικό 6 για να βγεις να τρέξεις γύρω από το τετράγωνο, λες και το αυτοματοποιημένο απαντητικό μήνυμα παρείχε κάποιου είδους βιολογική ανοσία.
  • Το κλείσιμο των παραλιών: Αστυνομικές δυνάμεις και drones περιπολούσαν σε απέραντες αμμουδιές για να διώξουν μοναχικούς περιπατητές, την ίδια ώρα που οι ίδιοι άνθρωποι στοιβάζονταν αναγκαστικά στις ουρές των σούπερ μάρκετ και στα μέσα μαζικής μεταφοράς.
  • Η απαγόρευση μουσικής στην εστίαση: Όταν επιτράπηκε επιτέλους το άνοιγμα των καφέ και των εστιατορίων, απαγορεύτηκε αυστηρά η μουσική. Το επιχείρημα; Ότι η μουσική αναγκάζει τον κόσμο να μιλάει πιο δυνατά, άρα εκτοξεύονται περισσότερα σταγονίδια!
  • Τα Take-away που «κόλλησαν» ωράριο: Υπήρχαν διαστήματα που μπορούσες να πάρεις καφέ στο χέρι μέχρι μια συγκεκριμένη ώρα, λες και μετά τις 9:00 το βράδυ το πλαστικό ποτήρι γινόταν εστία υπερμετάδοσης.


  • Η μάσκα στο αυτοκίνητο: Το να οδηγάει κανείς μόνος του στο αυτοκίνητό του και να είναι υποχρεωμένος να φοράει μάσκα για να μην εισπράξει πρόστιμο, ήταν ίσως η αποθέωση της γραφειοκρατικής τυφλότητας.
Το Συμπέρασμα
Κοιτάζοντας πίσω σε εκείνη την περίοδο, γίνεται σαφές ότι πολλές από τις αποφάσεις δεν βασίζονταν σε αμιγώς επιστημονικά δεδομένα, αλλά στην ανάγκη επιβολής ενός οριζόντιου, τυφλού ελέγχου. Η λογική θυσιάστηκε στον βωμό της γραφειοκρατίας. Η περίοδος του Covid μας άφησε πίσω της ιστορίες που σήμερα μοιάζουν με σενάριο δυστοπικής κωμωδίας, αλλά τότε καθόρισαν με σκληρό και άδικο τρόπο την καθημερινότητά μας.

Όταν ο Ελληνισμός Συνάντησε τον Χριστό: Το Παγκόσμιο Μήνυμα μιας Ιστορικής Φράσης

 Όταν ο Ελληνισμός Συνάντησε τον Χριστό: Το Παγκόσμιο Μήνυμα μιας Ιστορικής Φράσης

Στην πορεία της επίγειας ζωής του Ιησού Χριστού, υπάρχουν στιγμές που άλλαξαν καθοριστικά τη ροή της ανθρώπινης ιστορίας. Μία από τις πιο συγκλονιστικές και θεολογικά βαθιές στιγμές καταγράφεται στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Είναι η στιγμή που ορισμένοι Έλληνες, οι οποίοι είχαν ανέβει στα Ιεροσόλυμα για τη γιορτή του Πάσχα, πλησιάζουν τον μαθητή Φίλιππο και του ζητούν κάτι απλό αλλά ταυτόχρονα μεγαλειώδες: «Κύριε, θέλουμε να δούμε τον Ιησού».
Μόλις ο Φίλιππος και ο Ανδρέας μεταφέρουν το αίτημα στον Χριστό, εκείνος δεν απαντά με ένα απλό «ας περάσουν». Αντίθετα, αναφωνεί γεμάτος συγκίνηση μια φράση που αντηχεί στους αιώνες: «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου» (Ήρθε η ώρα να δοξαστεί ο Υιός του ανθρώπου).
Γιατί όμως η παρουσία των Ελλήνων προκάλεσε αυτή την αντίδραση και τι σήμαινε πραγματικά εκείνη η «ώρα της δόξας»;
Η Έξοδος από τα Σύνορα και η Παγκόσμια Κλήση
Μέχρι εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, το κήρυγμα και τα θαύματα του Ιησού απευθύνονταν σχεδόν αποκλειστικά στον ιουδαϊκό λαό. Η εμφάνιση των Ελλήνων στο προσκήνιο λειτούργησε ως ένας ισχυρός συμβολισμός. Οι Έλληνες, εκπρόσωποι της αναζήτησης, της φιλοσοφίας και του ελεύθερου πνεύματος, δεν έρχονταν απλώς από περιέργεια. Αντιπροσώπευαν τα «έθνη», ολόκληρη την ανθρωπότητα πέρα από τα στενά γεωγραφικά και θρησκευτικά σύνορα της Ιουδαίας.
Για τον Χριστό, η κίνηση αυτή σήμανε ότι το επίγειο έργο του είχε πλέον ωριμάσει. Το μήνυμα της σωτηρίας έπαυε να είναι τοπικό και γινόταν οικουμενικό. Η αναζήτηση των Ελλήνων ήταν το σημάδι ότι ο κόσμος ήταν έτοιμος να δεχτεί το Ευαγγέλιο.
Η Παράδοξη Έννοια της «Δόξας»
Στα μάτια των ανθρώπων, η λέξη «δόξα» συνδέεται με θριάμβους, κοσμική εξουσία, τιμές και πλούτο. Στη χριστιανική θεολογία όμως, η δόξα του Χριστού ακολουθεί έναν εντελώς αντίθετο, παράδοξο δρόμο: τον δρόμο της θυσίας, της Σταύρωσης και της Ανάστασης.
Αμέσως μετά την αναφορά του στους Έλληνες, ο Ιησούς χρησιμοποιεί την παρομοίωση του κόκκου του σιταριού, εξηγώντας ότι αν ο σπόρος δεν πέσει στη γη και δεν πεθάνει, μένει μόνος του· αν όμως πεθάνει, φέρνει πολύ καρπό. Η έλευση των Ελλήνων φανέρωσε ότι πλησίαζε η στιγμή του Πάθους. Ο Χριστός είδε σε αυτούς τους πρώτους «καρπούς» της θυσίας του, τους πρώτους πιστούς από τον εθνικό κόσμο που θα στελέχωναν τη μετέπειτα Εκκλησία.
Ο Ιστορικός Σύνδεσμος Χριστιανισμού και Ελληνισμού
Η συνάντηση αυτή προοικονόμησε μια τεράστια ιστορική πραγματικότητα που διαμόρφωσε τον δυτικό πολιτισμό. Ο Ελληνισμός δεν πλησίασε απλώς τον Χριστιανισμό, αλλά έγινε το όχημα για τη διάδοσή του.
Η ελληνική γλώσσα, η πιο πλούσια και ακριβής γλώσσα της εποχής, επιλέχθηκε για να γραφτούν τα Ευαγγέλια και να κηρυχθεί το μήνυμα της αγάπης σε όλη την οικουμένη. Παράλληλα, οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποίησαν τα εργαλεία της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης για να διατυπώσουν και να εκλογικεύσουν τα βαθύτερα θεολογικά δόγματα.
Η φράση «ήρθε η ώρα να δοξαστεί ο Υιός του ανθρώπου» ήταν τελικά ένας σταθμός παγκόσμιας εμβέλειας. Ήταν η στιγμή που ο Χριστός είδε το μέλλον της Εκκλησίας, ανοίγοντας την αγκαλιά του σε κάθε άνθρωπο που αναζητά την αλήθεια, ανεξάρτητα από την καταγωγή του.

Ο Ιησούς και η Ελληνική Γλώσσα: Η Άγνωστη Πολυπολιτισμική Ταυτότητα του Χριστού

 Ο Ιησούς και η Ελληνική Γλώσσα: Η Άγνωστη Πολυπολιτισμική Ταυτότητα του Χριστού

Όταν σκεφτόμαστε τον Ιησού Χριστό και την εποχή του, η πρώτη εικόνα που έρχεται στο μυαλό μας είναι εκείνη ενός διδασκάλου που απευθύνεται στους μαθητές του στη μητρική του γλώσσα, τα Αραμαϊκά. Ωστόσο, η ιστορική, γεωγραφική και κειμενική έρευνα αναδεικνύει μια πολύ πιο σύνθετη και συναρπαστική πραγματικότητα. Ο Ιησούς δεν ήταν ένας απομονωμένος επαρχιώτης, αλλά ένας άνθρωπος που ζούσε και δρούσε σε ένα άκρως πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η γνώση και η χρήση της ελληνικής γλώσσας δεν ήταν απλώς μια πιθανότητα, αλλά μια καθημερινή αναγκαιότητα.
Για να κατανοήσουμε πώς αποδεικνύεται ότι ο Χριστός μιλούσε ελληνικά, πρέπει πρώτα να κοιτάξουμε τον χάρτη της εποχής. Η Γαλιλαία του 1ου αιώνα μ.Χ. ονομαζόταν συχνά «Γαλιλαία των Εθνών» λόγω του έντονου κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της. Σε απόσταση αναπνοής από τη Ναζαρέτ, το χωριό όπου μεγάλωσε ο Ιησούς, βρισκόταν η Σέπφωρις, μια μεγάλη, πλήρως ελληνιστική πόλη που ανοικοδομούνταν εκείνη την περίοδο. Ο Ιησούς και ο Ιωσήφ εργάζονταν ως «τέκτονες», όρος που στην αρχαιότητα σήμαινε τον τεχνίτη, τον οικοδόμο ή τον εργολάβο. Ήταν σχεδόν αδύνατο για έναν τεχνίτη της περιοχής να βρει εργασία στα μεγάλα αστικά εργοτάξια ή να κάνει εμπορικές συναλλαγές στην αγορά χωρίς να γνωρίζει την Κοινή Ελληνική, η οποία αποτελούσε τη διεθνή γλώσσα της εποχής.
Πέρα από το κοινωνικό υπόβαθρο, οι πιο ζωντανές αποδείξεις βρίσκονται μέσα στα ίδια τα κείμενα των Ευαγγελίων. Εκεί καταγράφονται συναντήσεις και συνομιλίες που, με βάση τη λογική, θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν σε άλλη γλώσσα πλην της ελληνικής.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δίκη του Ιησού ενώπιον του Πόντιου Πιλάτου, όπως τη διασώζει το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (18:33-35):
«Εἰσῆλθεν οὖν πάλιν εἰς τὸ πραιτώριον ὁ Πιλάτος καὶ ἐφώνησε τὸν Ἰησοῦν καὶ εἶπεν αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἀφ' ἑαυτοῦ σὺ τοῦτο λέγεις ἢ ἄλλοι σοι εἶπον περὶ ἐμοῦ; ἀπεκρίθη ὁ Πιλάτος· Μήτι ἐγὼ Ἰουδαίος εἰμί; τὸ ἔθνος τὸ σὸν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς παρέδωκάν σε ἐμοί· τί ἐποίησας;»
Ο Πιλάτος, ως Ρωμαίος αριστοκράτης, δεν γνώριζε Αραμαϊκά, ούτε ο Ιησού-ς γνώριζε Λατινικά, τα οποία περιορίζονταν κυρίως στον ρωμαϊκό στρατό. Η μόνη κοινή γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ ενός Ρωμαίου αξιωματούχου και ενός υπηκόου στην ανατολική Μεσόγειο ήταν η ελληνική. Το γεγονός ότι η συζήτηση έγινε κατ' ιδίαν, χωρίς καμία αναφορά σε διερμηνέα, δείχνει ότι ο Ιησούς απαντούσε απευθείας στα ελληνικά.
Το ίδιο ισχύει και για άλλες ιστορικές συναντήσεις, όπως η επικοινωνία του με τη Συροφοινίκισσα γυναίκα, την οποία το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο (7:25-26) αποκαλεί ρητά Ελληνίδα:
«ἀκούσασα γὰρ γυνὴ περὶ αὐτοῦ, ἧς εἶχε τὸ θυγάτριον αὐτῆς πνεῦμα ἀκάθαρτον, ἐλθοῦσα προσέπεσε πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ γυνὴ ἦν Ἑλληνίς, Συροφοινίκισσα τῷ γένει· καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα τὸ δαιμόνιον ἐκβάλῃ ἐκ τῆς θυγατρὸς αὐτῆς.»
Ακόμη, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης διασώζει τη στιγμή που μια ομάδα Ελλήνων ζητά να συναντήσει τον Ιησού στα Ιεροσόλυμα, στο Κατά Ιωάννην (12:20-23), με τον Χριστό να τους δέχεται και να τους απευθύνει τον περίφημο λόγο για τη δόξα του Υιού του Ανθρώπου:
«Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.»
Ένα άλλο πολύ ισχυρό γλωσσολογικό τεκμήριο είναι το ίδιο το «αποτύπωμα» που άφησαν οι Ευαγγελιστές στα κείμενά τους. Αν και έγραψαν την Καινή Διαθήκη απευθείας στα ελληνικά, ένιωθαν την ανάγκη να διατηρήσουν αυτούσιες τις ελάχιστες αραμαϊκές φράσεις που χρησιμοποίησε ο Ιησούς σε πολύ προσωπικές ή θαυματουργικές του στιγμές, μεταφράζοντάς τις αμέσως μετά για το κοινό τους.
Στο Κατά Μάρκον (5:41) διαβάζουμε:
«καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς τοῦ παιδίου λέγει αὐτῇ· Ταλιθά κοῦμι, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον· Τὸ κοράσιον, σοὶ λέγω, ἔγειρε.»
Και στο Κατά Μάρκον (15:34), κατά τη συγκλονιστική στιγμή πάνω στον Σταυρό:
«καὶ τῇ ἐνάτῃ ὥρᾳ ἐβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· Ἐλωΐ Ἐλωΐ, λαμᾶ σαβαχθανί; ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον· Ὁ Θεός μου ὁ Θεός μου, εἰς τί με ἐγκατέλιπες;»
Αυτές οι αραμαϊκές φράσεις αποτελούν την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Το γεγονός ότι το υπόλοιπο τεράστιο σώμα των διδασκαλιών και των διαλόγων του Χριστού παρουσιάζεται σε ρέοντα ελληνικά χωρίς καμία σημείωση μετάφρασης, υποδηλώνει ότι πολλές από τις δημόσιες ομιλίες του, ειδικά όταν απευθυνόταν σε μικτά ακροατήρια, γίνονταν απευθείας στην ελληνική γλώσσα.
Τέλος, όταν ο Ιησούς κήρυττε δημόσια και παρέπεμπε στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, οι αναφορές του συχνά ταυτίζονταν απόλυτα με τη Μετάφραση των Εβδομήκοντα, δηλαδή την ελληνική εκδοχή των Γραφών που είχε δημιουργηθεί στην Αλεξάνδρεια. Αυτό αποδεικνύει ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι ακροατές του ήταν πλήρως εξοικειωμένοι με την ελληνική θρησκευτική ορολογία της εποχής.
Συμπερασματικά, ο Ιησούς Χριστός ήταν ένας πραγματικά πολύγλωσσος διδάσκαλος. Μιλούσε την Αραμαϊκή στο στενό οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον, διάβαζε και κατανοούσε την Εβραϊκή στη Συναγωγή, και χρησιμοποιούσε την Ελληνική στις συναλλαγές του, στις επαφές του με τους ξένους και στις δημόσιες ομιλίες του προς τα ευρύτερα πλήθη της ρωμαϊκής οικουμένης. Η ελληνική γλώσσα δεν του ήταν ξένη· ήταν το εργαλείο με το οποίο το μήνυμά του απέκτησε από την πρώτη στιγμή έναν οικουμενικό χαρακτήρα.

10 Οκτωμβρίου -Οι Άγιοι Αυτάδελφοι Ευλάμπιος και Ευλαμπία: Η Ακλόνητη Πίστη και το Κοινό Μαρτύριο

 Οι Άγιοι Αυτάδελφοι Ευλάμπιος και Ευλαμπία: Η Ακλόνητη Πίστη και το Κοινό Μαρτύριο





Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη της Αγίας Ευλαμπίας και του αδελφού της, Αγίου Ευλαμπίου, οι οποίοι επισφράγισαν την πίστη τους στον Χριστό με το αίμα του μαρτυρίου τους. Τα δύο αδέλφια έζησαν στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ. στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας, μια περίοδο κατά την οποία ο ρωμαίος αυτοκράτορας Μαξιμιανός είχε εξαπολύσει έναν από τους πιο σκληρούς και απάνθρωπους διωγμούς εναντίον των Χριστιανών.
Λόγω της αγριότητας του διωγμού, ο Ευλάμπιος και η Ευλαμπία, μαζί με άλλους πιστούς, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να καταφύγουν στα γύρω βουνά. Εκεί ζούσαν με στερήσεις, αλλά με αδιάλειπτη προσευχή, πνευματική μελέτη και απόλυτη εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού.
Η αντίστροφη μέτρηση για το μαρτύριό τους ξεκίνησε όταν ο Ευλάμπιος στάλθηκε κρυφά πίσω στην πόλη της Νικομήδειας για να αγοράσει ψωμί και προμήθειες για τους καταφυγόντες χριστιανούς. Καθώς περνούσε από το κέντρο της πόλης, είδε αναρτημένο το αυτοκρατορικό διάταγμα που επέβαλλε τη θανάτωση όσων αρνούνταν να θυσιάσουν στα είδωλα. Ο Ευλάμπιος άρχισε να διαβάζει το διάταγμα με αποτροπιασμό, γεγονός που κίνησε τις υποψίες των ειδωλολατρών που βρίσκονταν εκεί. Αναγνωρίστηκε αμέσως ως χριστιανός και συνελήφθη.
Όταν οδηγήθηκε μπροστά στον ηγεμόνα, ο Ευλάμπιος ομολόγησε με παρρησία την πίστη του στον αληθινό Θεό. Οι δικαστές προσπάθησαν αρχικά με υποσχέσεις και στη συνέχεια με απειλές να τον αναγκάσουν να προσφέρει θυσία στα είδωλα. Εκείνος, προσποιούμενος ότι υποχωρεί, ζήτησε να τον πάνε στον ναό του θεού Άρη. Μόλις εισήλθε στον ναό, αντί για θυσία, προσευχήθηκε θερμά στον Χριστό, με αποτέλεσμα το είδωλο του ψεύτικου θεού να πέσει στο έδαφος και να συντριβεί.
Η πράξη αυτή εξόργισε τους βασανιστές, οι οποίοι άρχισαν να τον μαστιγώνουν ανελέητα και να τον υποβάλλουν σε φρικτά βασανιστήρια. Μαθαίνοντας τα νέα, η αδελφή του Ευλαμπία έσπευσε στο σημείο του μαρτυρίου. Αντί να δειλιάσει, όρμησε ανάμεσα στο πλήθος, αγκάλιασε τον αδελφό της και δήλωσε με θάρρος ότι είναι και η ίδια χριστιανή, ζητώντας να μαρτυρήσει μαζί του.
Τα δύο αδέλφια ρίχτηκαν στη συνέχεια μέσα σε ένα καζάνι με βραστό νερό, όμως με θαυματουργή θεία παρέμβαση παρέμειναν σώα και αβλαβή, βρίσκοντας δροσιά μέσα στις φλόγες. Το θαύμα αυτό συγκλόνισε πολλούς από τους παριστάμενους ειδωλολάτρες, οι οποίοι πίστεψαν στον Χριστό και μαρτύρησαν επίσης. Βλέποντας την αδυναμία των βασανιστηρίων να κάμψουν το φρόνημά τους, ο ηγεμόνας διέταξε τον αποκεφαλισμό του Αγίου Ευλαμπίου, ενώ η Αγία Ευλαμπία παρέδωσε την αγία της ψυχή υποκύπτοντας στα βαριά τραύματα από τα βασανιστήρια πριν προλάβει να εκτελεστεί η ποινή της.
Η μνήμη των δύο αυταδέλφων Μαρτύρων παραμένει ζωντανή ανά τους αιώνες, θυμίζοντας στους πιστούς τη δύναμη της αδελφικής αγάπης και την ακλόνητη πίστη που νικά τον θάνατο.
Απολυτίκιο των Αγίων
Της φύσεως θεσμώ, συνημμένοι ενθέως, ομόψυχοι στερρώς, ως ομαίμονες θείοι, αυτάδελφοι Μάρτυρες, εν αθλήσει ωράθητε, ω Ευλάμπιε, συν τη σεμνή Ευλαμπία, όθεν στέφανον, νικητικόν δεδεγμένοι, ημάς διασώζετε.

8 Οκτωμβριου - Η Οσία Πελαγία η από Εταιρίδων: Το ζωντανό παράδειγμα της αληθινής μετάνοιας

 Η Οσία Πελαγία η από Εταιρίδων: Το ζωντανό παράδειγμα της αληθινής μετάνοιας





Στις 8 Οκτωβρίου η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη μιας από τις πιο συγκλονιστικές μορφές του χριστιανικού αγιολογίου, της Οσίας Πελαγίας της από εταιρίδων. Η ζωή της αποτελεί διαχρονικό σύμβολο της δύναμης που κρύβει η ειλικρινής μεταστροφή του ανθρώπου, αποδεικνύοντας ότι δεν υπάρχει αμαρτία που να μπορεί να νικήσει το πέλαγος της θείας ευσπλαχνίας.
Η Πελαγία έζησε κατά τον 5ο αιώνα στην Αντιόχεια της Συρίας. Ήταν μια γυναίκα εξαιρετικής ομορφιάς, διάσημη ηθοποιός, μίμος και χορεύτρια της εποχής. Η καθημερινότητά της ήταν βυθισμένη στις υλικές απολαύσεις, τη ματαιοδοξία και την επίδειξη του πλούτου. Οι θαυμαστές της την αποκαλούσαν «Μαργιτώ», λόγω των πολύτιμων μαργαριταριών που συνήθιζε να φορά και να δέχεται ως δώρα. Η πνευματική της κατάσταση έδειχνε απόλυτα πωρωμένη, χωρίς καμία έννοια Θεού ή μεταμελείας.
Η ριζική αλλαγή στη ζωή της συνέβη με τρόπο θαυμαστό. Εκείνη την περίοδο βρισκόταν στην Αντιόχεια ο άγιος και ενάρετος Επίσκοπος Ηλιουπόλεως Νόννος, προσκεκλημένος για μια τοπική σύνοδο. Καθώς ο Επίσκοπος κήρυττε τον θείο λόγο έξω από τον ναό του Αγίου Ιουλιανού, η Πελαγία πέρασε από το σημείο με προκλητική συνοδεία και πολυτελή ενδύματα. Αντί ο Άγιος να την κατακρίνει, δάκρυσε και προσευχήθηκε για τη σωτηρία της ψυχής της, επισημαίνοντας στους πιστούς πόση φροντίδα καταβάλλει αυτή η γυναίκα για να στολίσει το φθαρτό της σώμα, σε αντίθεση με τους χριστιανούς που αμελούν τον στολισμό της αθάνατης ψυχής τους.
Τα λόγια και η προσευχή του Επισκόπου Νόννου άγγιξαν την καρδιά της Πελαγίας. Την επόμενη ημέρα, οδηγημένη από μια εσωτερική παρόρμηση, πήγε να ακούσει ξανά το κήρυγμά του. Η συνείδησή της αφυπνίστηκε ακαριαία. Με δάκρυα στα μάτια έπεσε στα πόδια του Επισκόπου, εξομολογήθηκε τις αμαρτίες της και ζήτησε επίμονα να βαπτιστεί.
Μετά τη βάπτισή της, η Πελαγία άλλαξε ολοκληρωτικά πορεία. Μάζεψε όλη την τεράστια περιουσία της, τα κοσμήματα και τα ακριβά της ενδύματα και τα παρέδωσε στον Επίσκοπο, ο οποίος τα μοίρασε στους φτωχούς και στα ορφανά. Αφού πέρασαν οκτώ ημέρες, η Οσία εγκατέλειψε κρυφά την Αντιόχεια και ταξίδεψε μέχρι την Ιερουσαλήμ.
Εκεί, προκειμένου να αποφύγει τους πειρασμούς του κόσμου και να ζήσει στην αφάνεια, μεταμφιέστηκε σε άνδρα μοναχό με το όνομα Πελάγιος. Κλείστηκε σε ένα μικρό κελί στο Όρος των Ελαιών και επιδόθηκε σε μια αυστηρότατη πνευματική άσκηση, με αδιάλειπτη προσευχή και νηστεία. Η αυστηρότητα της ασκητικής της ζωής ήταν τόσο μεγάλη, που το σώμα της μαράθηκε γρήγορα.
Μετά από τρία χρόνια αυτής της σκληρής πνευματικής βιοτής, η Οσία Πελαγία παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή της στον Κύριο. Όταν οι γύρω μοναχοί ήρθαν για να κηδέψουν το λείψανό του «μοναχού Πελαγίου», ανακάλυψαν έκπληκτοι ότι επρόκειτο για γυναίκα. Η είδηση διαδόθηκε γρήγορα και πλήθος πιστών συγκεντρώθηκε για να προσκυνήσει το λείψανο της πρώην αμαρτωλής που αναδείχθηκε σκεύος εκλογής και κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος.
Το παράδειγμα της Οσίας Πελαγίας διδάσκει ότι η μετάνοια δεν είναι απλώς μια συναισθηματική λύπη, αλλά μια θαρραλέα πράξη αναγέννησης, μια ολική στροφή προς το φως του Χριστού, ανεξάρτητα από το πόσο βαθύ ήταν το σκοτάδι του παρελθόντος.
Απολυτίκιο της Οσίας Πελαγίας
Ήχος δ'. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἐξ ἀκανθῶν καθάπερ ρόδον εὐῶδες, τῇ Ἐκκλησίᾳ Πελαγία ἐδείχθης, ταῖς ἐναρέτοις πράξεσιν εὐφραίνουσα ἡμᾶς· ὅθεν καὶ προσήγαγες, ὡς ὀσμὴν εὐωδίας, τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, τὸν σὸν βίον Ὁσία. Ὃν ἐκδυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, παθῶν παντοίων, ψυχῆς τε καὶ σώματος

Η Ιστορική Χρονολόγηση της Αποκάλυψης και το Λάθος της «Επταλόφου» Κωνσταντινούπολης

 Η Ιστορική Χρονολόγηση της Αποκάλυψης και το Λάθος της «Επταλόφου» Κωνσταντινούπολης

Στις συζητήσεις γύρω από την εσχατολογία και τις βιβλικές προφητείες, η λέξη «Επτάλοφος» κατέχει κεντρική θέση. Στην ελληνική λαϊκή παράδοση, η λέξη αυτή φέρνει αυτόματα στο μυαλό την Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, μια προσεκτική εξέταση των ιστορικών χρονολογιών και του ίδιου του κειμένου της Αποκάλυψης του Ιωάννη αποδεικνύει ότι ο συσχετισμός αυτός αποτελεί ένα σοβαρό ερμηνευτικό λάθος. Οι προφητείες για την Επτάλοφο φωτογραφίζουν τη Ρώμη, την πόλη όπου βρίσκεται το Βατικανό, το οποίο είναι χτισμένο πάνω σε αυτή την ιστορική γεωγραφική περιοχή των επτά λόφων.
Το Χρονολογικό Παράδοξο
Το βασικότερο στοιχείο που καταρρίπτει την ταύτιση της Αποκάλυψης με την Κωνσταντινούπολη είναι ο χρόνος συγγραφής του κειμένου.
  • Η συγγραφή της Αποκάλυψης: Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης έγραψε την Αποκάλυψη κατά τη διάρκεια της εξορίας του στην Πάτμο, περίπου το 95 μ.Χ., κατά τη διάρκεια των διωγμών του Ρωμαίου αυτοκράτορα Δομιτιανού.
  • Η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης: Η Κωνσταντινούπολη θεμελιώθηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο και εγκαινιάστηκε ως η νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 330 μ.Χ.
Όταν ο Ιωάννης κατέγραφε τα οράματά του, η Κωνσταντινούπολη δεν υπήρχε καν ως ιδέα, πόλη ή πρωτεύουσα. Στη θέση της βρισκόταν το αρχαίο Βυζάντιο, μια μικρή και πολιτικά ασήμαντη πόλη της εποχής, η οποία δεν είχε καμία παγκόσμια επιρροή.
Η «Πόλη των Επτά Λόφων» στον Αρχαίο Κόσμο
Στο 17ο κεφάλαιο της Αποκάλυψης (εδάφιο 9), ο Άγγελος εξηγεί στον Ιωάννη τη σημασία του θηρίου με τα επτά κεφάλια, λέγοντας: «Τα επτά κεφάλια είναι επτά λόφοι, όπου η γυναίκα κάθεται επάνω τους».
Για οποιονδήποτε άνθρωπο ζούσε στον μεσογειακό κόσμο τον 1ο αιώνα μ.Χ., η φράση «η πόλη των επτά λόφων» (Septimontium στα λατινικά) είχε μόνο μία και απόλυτη ερμηνεία: τη Ρώμη. Η Ρώμη ήταν η παγκόσμια αυτοκρατορία που καταδίωκε τους Χριστιανούς, η έδρα της πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας της εποχής, και γεωγραφικά απλωνόταν πάνω στους περίφημους επτά λόφους της (Παλατίνος, Αβεντίνος, Καπιτώλιο κ.λπ.).
Το Βατικανό, ως η μετέπειτα έδρα της πνευματικής εξουσίας της Δύσης, αναπτύχθηκε και βρίσκεται ακριβώς πάνω στον Επτάλοφο αυτό, ενσωματωμένο στην ιστορική και θρησκευτική επικράτεια της Ρώμης. Συνεπώς, η προφητική περιγραφή για την εξουσία που εδρεύει στην Επτάλοφο φωτογραφίζει απευθείας το κέντρο αυτό.
Πώς Γεννήθηκε το Λάθος στην Ελλάδα;
Η σύγχυση των πιστών οφείλεται σε μια πολιτική και γεωγραφική επιλογή του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Όταν αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα στην Ανατολή το 330 μ.Χ., θέλησε να δημιουργήσει μια «Νέα Ρώμη». Για να εξισώσει τη νέα πόλη με την παλιά δόξα της Ρώμης, τη σχεδίασε εσκεμμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να περιλαμβάνει και αυτή επτά λόφους εντός των τειχών της.
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, ο ελληνισμός, βυθισμένος στον πόνο της σκλαβιάς, στράφηκε στις προφητείες για παρηγοριά. Οι λαϊκές προφητείες, τα βυζαντινά χειρόγραφα και οι παραδόσεις για την απελευθέρωση της «Πόλης» άρχισαν να χρησιμοποιούν τον όρο «Επτάλοφος» ως συνώνυμο της Κωνσταντινούπολης.
Με το πέρασμα των αιώνων, ο κόσμος άρχισε να μπερδεύει τις λαϊκές, μεταβυζαντινές προφητείες με το αυθεντικό κείμενο της Αποκάλυψης. Έτσι, το ανθρώπινο μυαλό μετέφερε αυτόματα τη γεωγραφική περιγραφή του Ιωάννη από τη Ρώμη και το Βατικανό στην Κωνσταντινούπολη, αγνοώντας το γεγονός ότι η Αποκάλυψη προηγείται της Κωνσταντινούπολης κατά σχεδόν δυόμισι αιώνες.
Συμπέρασμα
Η σύνδεση της Αποκάλυψης με την Κωνσταντινούπολη λόγω των επτά λόφων είναι ένα χρονολογικό ερμηνευτικό λάθος. Η Αποκάλυψη μιλούσε για την εξουσία που πήγαζε από τη Ρώμη, η οποία ήταν η μόνη «Επτάλοφος» της εποχής της, πάνω στην οποία είναι χτισμένο το Βατικανό. Η Κωνσταντινούπολη απλώς αντέγραψε αυτόν τον τίτλο αιώνες αργότερα, παρασύροντας τους μεταγενέστερους μελετητές σε μια λανθασμένη κατεύθυνση.

7 Οκτωμβριου -Οι Άγιοι Μεγαλομάρτυρες Σέργιος και Βάκχος-Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Πολυχρόνιος-Ο Όσιος Ιωάννης ο Ερημίτης και οι 98 Θεοφόροι Πατέρες

 Οι Άγιοι Μεγαλομάρτυρες Σέργιος και Βάκχος





Ο Βίος
Οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος έζησαν στα τέλη του 3ου αιώνα μ.Χ., κατά την περίοδο των διωγμών του αυτοκράτορα Μαξιμιανού. Κατάγονταν από τη Ρώμη και ήταν διακεκριμένοι αξιωματικοί του ρωμαϊκού στρατού, απολαμβάνοντας την πλήρη εμπιστοσύνη του παλατιού λόγω της ανδρείας τους.
Η κρυφή τους πίστη στον Χριστό αποκαλύφθηκε όταν αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε δημόσιες ειδωλολατρικές θυσίες. Ο αυτοκράτορας διέταξε να τους αφαιρεθούν τα στρατιωτικά αξιώματα, να τους ενδύσουν με γυναικεία ρούχα και να τους διαπομπεύσουν στους δρόμους της πόλης για να τους ταπεινώσουν. Στη συνέχεια, παραδόθηκαν στον ηγεμόνα της Ανατολής Αντίοχο, ο οποίος ήταν γνωστός για τη σκληρότητά του.
Ο Βάκχος υπέστη φρικτά βασανιστήρια και παρέδωσε το πνεύμα του μετά από άγριο μαστίγωμα. Ο Σέργιος, αφού εξαναγκάστηκε να περπατήσει φορώντας υποδήματα με καρφιά, αποκεφαλίστηκε.
Απολυτίκιο 
«Τριάδος τῆς Ἁγίας ὁπλίται εὐσθενεῖς, ἡ δόξα τῶν Μαρτύρων, ὀφθήτε ἐν ἀληθείᾳ, οἱ θεῖοι ἀριστεῖς, Σέργιος ὁ κλεινός, καὶ ὁ θεῖος Βάκχος· ὅθεν τῇ οὐρανίῳ, δοξασθέντες εὐκλείᾳ, σώζετε τοὺς ὑμᾶς, εὐσεβῶς μακαρίζοντας.»
Απολυτίκιο (Νέα Ελληνικά / Απόδοση)
«Αναδειχθήκατε στην αλήθεια ως δυνατοί στρατιώτες της Αγίας Τριάδας και δόξα των Μαρτύρων, εσείς οι θεϊκοί πρωταγωνιστές, ο ξακουστός Σέργιος και ο θεόσταλτος Βάκχος. Γι' αυτό, αφού δοξαστήκατε με την ουράνια δόξα, σώζετε εκείνους που με ευλάβεια σας μακαρίζουν.»
Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Πολυχρόνιος
Ο Βίος
Ο Άγιος Πολυχρόνιος έζησε κατά τον 4ο αιώνα μ.Χ. και υπήρξε θερμός υπερασπιστής της ορθόδοξης πίστης απέναντι στην αίρεση του Αρειανισμού. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στην Κωνσταντινούπολη και διακρίθηκε για το πλούσιο ποιμαντικό και φιλανθρωπικό του έργο, καθώς και για τη βαθιά του θεολογική κατάρτιση.
Λόγω της ακλόνητης προσήλωσής του στις αποφάσεις της Α' Οικουμενικής Συνόδου, έγινε στόχος των Αρειανών. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Κωνστάντιου, ο οποίος υποστήριζε τους αιρετικούς, ο Πολυχρόνιος δέχθηκε σφοδρή επίθεση από φανατικούς Αρειανούς την ώρα που τελούσε τη Θεία Λειτουργία και θανατώθηκε πάνω στην Αγία Τράπεζα, επισφραγίζοντας την ιερατική του διακονία με το αίμα του μαρτυρίου.
Απολυτίκιο 
«Ὡς θεῖος ὑπέρμαχος τῆς εὐσεβείας ἡμῶν, καθεῖλες Πολυχρόνιε τῶν κακοδόξων θράσος, τῇ θείᾳ σου ἐνστάσει· σὺ γὰρ ἱερουργήσας τῷ Σωτῆρι τὸ αἷμα, ἔθυσας σεαυτὸν ὥσπερ ἀμνὸς ἀνυπαίτιος· διὸ σὲ ὁ Δεσπότης Χριστὸς ἀξίως ἐδόξασε.»
Απολυτίκιο (Νέα Ελληνικά / Απόδοση)
«Ως θεϊκός υπερασπιστής της ευσέβειάς μας, Πολυχρόνιε, γκρέμισες το θράσος των κακόδοξων αιρετικών με τη θεϊκή σου αντίσταση. Διότι, αφού πρόσφερες ιερατικά το αίμα σου στον Σωτήρα, θυσίασες τον εαυτό σου σαν αθώο αρνί· γι' αυτό και ο Δεσπότης Χριστός σε δόξασε άξια.»
Ο Όσιος Ιωάννης ο Ερημίτης και οι 98 Θεοφόροι Πατέρες
Ο Βίος
Στην Κρήτη, η 7η Οκτωβρίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον Όσιο Ιωάννη τον Ερημίτη και τους 98 συνασκητές του. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, οι 99 αυτοί Πατέρες κατάγονταν από την Αίγυπτο, την Κύπρο και την Παλαιστίνη. Αναζητώντας έναν τόπο απόλυτης ησυχίας για να αφιερωθούν στην προσευχή, κατέφυγαν αρχικά στη Γαύδο και στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στα σπήλαια και τα βουνά της επαρχίας Κισάμου και του Ακρωτηρίου στα Χανιά.
Έζησαν με αυστηρή νηστεία, αγρύπνια και αδιάλειπτη προσευχή. Κατά την παράδοση, είχε δοθεί υπόσχεση στον Θεό να κοιμηθούν όλοι την ίδια ημέρα. Ο Όσιος Ιωάννης, ο οποίος ζούσε σε απόσταση από τους υπόλοιπους σε ένα σπήλαιο στον Γουβερνέτο, τραυματίστηκε θανάσιμα από το βέλος ενός κυνηγού που τον πέρασε για θήραμα μέσα στο σκοτάδι. Πριν ξεψυχήσει, αποκάλυψε στον κυνηγό την ταυτότητά του και τον ενημέρωσε ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή κοιμούνταν και οι υπόλοιποι 98 αδελφοί του, όπως και συνέβη.
Απολυτίκιο 
«Τῆς Κρήτης τὰ κλέη καὶ Μαρτύρων ἰσότιμοι, οἱ ἐνενήκοντα ὀκτὼ θεοφόροι Πατέρες ὑμνηθήτωσαν, σὺν τῷ θείῳ Ἰωάννῃ τῷ κλεινῷ· ἀσκήσει γὰρ ἐνέκρωσαν σαρκός, τὰ σκιρτήματα τὰ ἄτακτα, καὶ λαμπρῶς, ἐδοξάσθησαν παρὰ Θεοῦ· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι δι' ὑμῶν πᾶσιν ἰάματα.»
Απολυτίκιο (Νέα Ελληνικά / Απόδοση)
«Ας υμνηθούν τα καυχήματα της Κρήτης, που είναι ισότιμοι με τους Μάρτυρες, οι ενενήντα οκτώ θεοφόροι Πατέρες μαζί με τον ένδοξο και θεϊκό Ιωάννη. Διότι με την άσκηση νέκρωσαν τις άτακτες επιθυμίες της σάρκας και δοξάστηκαν λαμπρά από τον Θεό. Δόξα σε Εκείνον που σας έδωσε δύναμη, δόξα σε Εκείνον που σας στεφάνωσε, δόξα σε Εκείνον που ενεργεί μέσω εσάς κάθε είδους θεραπείες.