Ο Ιησούς και η Ελληνική Γλώσσα: Η Άγνωστη Πολυπολιτισμική Ταυτότητα του Χριστού

 Ο Ιησούς και η Ελληνική Γλώσσα: Η Άγνωστη Πολυπολιτισμική Ταυτότητα του Χριστού

Όταν σκεφτόμαστε τον Ιησού Χριστό και την εποχή του, η πρώτη εικόνα που έρχεται στο μυαλό μας είναι εκείνη ενός διδασκάλου που απευθύνεται στους μαθητές του στη μητρική του γλώσσα, τα Αραμαϊκά. Ωστόσο, η ιστορική, γεωγραφική και κειμενική έρευνα αναδεικνύει μια πολύ πιο σύνθετη και συναρπαστική πραγματικότητα. Ο Ιησούς δεν ήταν ένας απομονωμένος επαρχιώτης, αλλά ένας άνθρωπος που ζούσε και δρούσε σε ένα άκρως πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η γνώση και η χρήση της ελληνικής γλώσσας δεν ήταν απλώς μια πιθανότητα, αλλά μια καθημερινή αναγκαιότητα.
Για να κατανοήσουμε πώς αποδεικνύεται ότι ο Χριστός μιλούσε ελληνικά, πρέπει πρώτα να κοιτάξουμε τον χάρτη της εποχής. Η Γαλιλαία του 1ου αιώνα μ.Χ. ονομαζόταν συχνά «Γαλιλαία των Εθνών» λόγω του έντονου κοσμοπολίτικου χαρακτήρα της. Σε απόσταση αναπνοής από τη Ναζαρέτ, το χωριό όπου μεγάλωσε ο Ιησούς, βρισκόταν η Σέπφωρις, μια μεγάλη, πλήρως ελληνιστική πόλη που ανοικοδομούνταν εκείνη την περίοδο. Ο Ιησούς και ο Ιωσήφ εργάζονταν ως «τέκτονες», όρος που στην αρχαιότητα σήμαινε τον τεχνίτη, τον οικοδόμο ή τον εργολάβο. Ήταν σχεδόν αδύνατο για έναν τεχνίτη της περιοχής να βρει εργασία στα μεγάλα αστικά εργοτάξια ή να κάνει εμπορικές συναλλαγές στην αγορά χωρίς να γνωρίζει την Κοινή Ελληνική, η οποία αποτελούσε τη διεθνή γλώσσα της εποχής.
Πέρα από το κοινωνικό υπόβαθρο, οι πιο ζωντανές αποδείξεις βρίσκονται μέσα στα ίδια τα κείμενα των Ευαγγελίων. Εκεί καταγράφονται συναντήσεις και συνομιλίες που, με βάση τη λογική, θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν σε άλλη γλώσσα πλην της ελληνικής.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δίκη του Ιησού ενώπιον του Πόντιου Πιλάτου, όπως τη διασώζει το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (18:33-35):
«Εἰσῆλθεν οὖν πάλιν εἰς τὸ πραιτώριον ὁ Πιλάτος καὶ ἐφώνησε τὸν Ἰησοῦν καὶ εἶπεν αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἀφ' ἑαυτοῦ σὺ τοῦτο λέγεις ἢ ἄλλοι σοι εἶπον περὶ ἐμοῦ; ἀπεκρίθη ὁ Πιλάτος· Μήτι ἐγὼ Ἰουδαίος εἰμί; τὸ ἔθνος τὸ σὸν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς παρέδωκάν σε ἐμοί· τί ἐποίησας;»
Ο Πιλάτος, ως Ρωμαίος αριστοκράτης, δεν γνώριζε Αραμαϊκά, ούτε ο Ιησού-ς γνώριζε Λατινικά, τα οποία περιορίζονταν κυρίως στον ρωμαϊκό στρατό. Η μόνη κοινή γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ ενός Ρωμαίου αξιωματούχου και ενός υπηκόου στην ανατολική Μεσόγειο ήταν η ελληνική. Το γεγονός ότι η συζήτηση έγινε κατ' ιδίαν, χωρίς καμία αναφορά σε διερμηνέα, δείχνει ότι ο Ιησούς απαντούσε απευθείας στα ελληνικά.
Το ίδιο ισχύει και για άλλες ιστορικές συναντήσεις, όπως η επικοινωνία του με τη Συροφοινίκισσα γυναίκα, την οποία το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο (7:25-26) αποκαλεί ρητά Ελληνίδα:
«ἀκούσασα γὰρ γυνὴ περὶ αὐτοῦ, ἧς εἶχε τὸ θυγάτριον αὐτῆς πνεῦμα ἀκάθαρτον, ἐλθοῦσα προσέπεσε πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ γυνὴ ἦν Ἑλληνίς, Συροφοινίκισσα τῷ γένει· καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα τὸ δαιμόνιον ἐκβάλῃ ἐκ τῆς θυγατρὸς αὐτῆς.»
Ακόμη, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης διασώζει τη στιγμή που μια ομάδα Ελλήνων ζητά να συναντήσει τον Ιησού στα Ιεροσόλυμα, στο Κατά Ιωάννην (12:20-23), με τον Χριστό να τους δέχεται και να τους απευθύνει τον περίφημο λόγο για τη δόξα του Υιού του Ανθρώπου:
«Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.»
Ένα άλλο πολύ ισχυρό γλωσσολογικό τεκμήριο είναι το ίδιο το «αποτύπωμα» που άφησαν οι Ευαγγελιστές στα κείμενά τους. Αν και έγραψαν την Καινή Διαθήκη απευθείας στα ελληνικά, ένιωθαν την ανάγκη να διατηρήσουν αυτούσιες τις ελάχιστες αραμαϊκές φράσεις που χρησιμοποίησε ο Ιησούς σε πολύ προσωπικές ή θαυματουργικές του στιγμές, μεταφράζοντάς τις αμέσως μετά για το κοινό τους.
Στο Κατά Μάρκον (5:41) διαβάζουμε:
«καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς τοῦ παιδίου λέγει αὐτῇ· Ταλιθά κοῦμι, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον· Τὸ κοράσιον, σοὶ λέγω, ἔγειρε.»
Και στο Κατά Μάρκον (15:34), κατά τη συγκλονιστική στιγμή πάνω στον Σταυρό:
«καὶ τῇ ἐνάτῃ ὥρᾳ ἐβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· Ἐλωΐ Ἐλωΐ, λαμᾶ σαβαχθανί; ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον· Ὁ Θεός μου ὁ Θεός μου, εἰς τί με ἐγκατέλιπες;»
Αυτές οι αραμαϊκές φράσεις αποτελούν την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Το γεγονός ότι το υπόλοιπο τεράστιο σώμα των διδασκαλιών και των διαλόγων του Χριστού παρουσιάζεται σε ρέοντα ελληνικά χωρίς καμία σημείωση μετάφρασης, υποδηλώνει ότι πολλές από τις δημόσιες ομιλίες του, ειδικά όταν απευθυνόταν σε μικτά ακροατήρια, γίνονταν απευθείας στην ελληνική γλώσσα.
Τέλος, όταν ο Ιησούς κήρυττε δημόσια και παρέπεμπε στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης, οι αναφορές του συχνά ταυτίζονταν απόλυτα με τη Μετάφραση των Εβδομήκοντα, δηλαδή την ελληνική εκδοχή των Γραφών που είχε δημιουργηθεί στην Αλεξάνδρεια. Αυτό αποδεικνύει ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι ακροατές του ήταν πλήρως εξοικειωμένοι με την ελληνική θρησκευτική ορολογία της εποχής.
Συμπερασματικά, ο Ιησούς Χριστός ήταν ένας πραγματικά πολύγλωσσος διδάσκαλος. Μιλούσε την Αραμαϊκή στο στενό οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον, διάβαζε και κατανοούσε την Εβραϊκή στη Συναγωγή, και χρησιμοποιούσε την Ελληνική στις συναλλαγές του, στις επαφές του με τους ξένους και στις δημόσιες ομιλίες του προς τα ευρύτερα πλήθη της ρωμαϊκής οικουμένης. Η ελληνική γλώσσα δεν του ήταν ξένη· ήταν το εργαλείο με το οποίο το μήνυμά του απέκτησε από την πρώτη στιγμή έναν οικουμενικό χαρακτήρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου